ἑξάδραχμον

ἑξάδραχμ-ον, τό,
A sum of six drachmae, Arist.Oec.1347a34, 1353a18.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἑξάδραχμον — sum of six drachmae neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑξαδράχμου — ἑξάδραχμον sum of six drachmae neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εξάδραχμος — η, ο (Α ἑξάδραχμον, το) νεοελλ. αυτός που έχει αξία έξι δραχμών αρχ. το ουδ. ως ουσ. τὸ ἑξάδραχμον το ποσό έξι δραχμών. [ΕΤΥΜΟΛ. < εξα < ἕξ (πρβλ. εξάγραμμα) + δραχμον < δραχμή] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.